ύπερος

ύπερος
ο
1) пест, пестик; 2) бот. пестик

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "ύπερος" в других словарях:

  • ὕπερος — pestle masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ύπερος — Θηλυκό ανθικό όργανο των φυτών που φέρουν άνθη (Ανθόφυτα ή Φανερόγαμα). Οι ύ. θεωρούνται διαφοροποιημένα φύλλα (καρπόφυλλα), από τα οποία, με σύντηξη των άκρων τους, σχηματίζεται η ωοθήκη, ο στύλος και το στίγμα, τα οποία ως σύνολο αποτελούν το… …   Dictionary of Greek

  • ύπερος — ο 1. το θηλυκό όργανο του άνθους. 2. το γουδόχερο, το γουδοχέρι. 3. ξύλινος ή σιδερένιος κόπανος για επιχωμάτωση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καρπόφυλλο — Όργανο των αγγειόσπερμων φυτών, που σχηματίζει κλειστό περίβλημα, μέσα στο οποίο βρίσκονται μία ή περισσότερες σπερματικές βλάστες. Το σύνολο των κ. αντιπροσωπεύει το θηλυκό μέρος του άνθους και χαρακτηρίζεται ως γυναικώνας. Κάθε μεμονωμένη δομή… …   Dictionary of Greek

  • υπεροειδής — ές / ὑπεροειδής, ές, ΝΜΑ αυτός που έχει σχήμα υπέρου, όμοιος με κόπανο, με γουδοχέρι νεοελλ. φρ. «υπεροειδές άνθος» βοτ. άνθος στο οποίο υπάρχει μόνον ύπερος και όχι στήμονες. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὕπερος + ειδής*] …   Dictionary of Greek

  • ὑπέροις — ὕπερον neut dat pl ὕπερος pestle masc dat pl ὕπερος pestle neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπέροισι — ὕπερον neut dat pl (epic ionic aeolic) ὕπερος pestle masc dat pl (epic ionic aeolic) ὕπερος pestle neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπέροισιν — ὕπερον neut dat pl (epic ionic aeolic) ὕπερος pestle masc dat pl (epic ionic aeolic) ὕπερος pestle neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπέρου — ὕπερον neut gen sg ὕπερος pestle masc gen sg ὕπερος pestle neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπέρων — ὕπερον neut gen pl ὕπερος pestle masc gen pl ὕπερος pestle neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπέρῳ — ὕπερον neut dat sg ὕπερος pestle masc dat sg ὕπερος pestle neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»